Ζώα και Ειδική Αγωγή

Της Ειρηνης Κρυσταλλιδου / Δημοσιευθηκε στα Αρθρα
blog07

Τα ζώα χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία παιδιών που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα. Η αλληλεπίδραση με τα ζώα θεραπείας μπορεί μερικές φορές να βελτιώσει την αποκατάσταση μετά από σοβαρές ασθένειες. Με την παρουσία των ζώων τα παιδιά αλλάζουν τη συμπεριφορά τους, αναπτύσσουν ένα αίσθημα ευθύνης και αυξάνεται το κίνητρό τους να συμμετάσχουν στη διαδικασία αποκατάστασης. Συχνά μάλιστα αναπτύσσουν ένα σημαντικό επίπεδο οικειότητας με τα ζώα. Η ειδική αυτή συνεργασία έχει ως αποτέλεσμα τα ζώα να αναλαμβάνουν τον ρόλο του συνθεραπευτή. Πολλές έρευνες έχουν γίνει για την αποτελεσματικότητα της ΑΑΤ με παιδιά με αναπηρίες. Τα αποτελέσματα έδειξαν ιδιαίτερα θετική συμβολή της θεραπείας αυτής.

Παιδιά με διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές

Για σχεδόν 50 χρόνια ειδικά εκπαιδευμένα ζώα χρησιμοποιούνται σε κλινικό, εκπαιδευτικό και οικογενειακό πλαίσιο ώστε να ενισχύσουν ή να βοηθήσουν τα παιδιά με αυτισμό να αναπτύξουν δεξιότητες κοινωνικής αλληλεπίδρασης και ολοκλήρωσης καθημερινών δραστηριοτήτων. Τα ερευνητικά δεδομένα στον τομέα των ζώων θεραπείας -ΑΑΤ- δείχνουν ότι τα παιδιά με αυτισμό στην παρουσία των εκπαιδευμένων κυρίως σκύλων βελτιώνουν σε σημαντικό βαθμό την κοινωνική τους συμπεριφορά, μειωμένες στερεοτυπίες και εμπλέκονται πιο σωστά στις αλληλεπιδράσεις με τους άλλους. Άξιο προσοχής αποτελεί το γεγονός ότι τα παιδιά αυτά αν και αποφεύγουν τη βλεμματική επαφή με τους ανθρώπους, δεν νιώθουν την ίδια δυσφορία στην επαφή τους με τα ζώα θεραπείας και ιδιαίτερα τα σκυλιά θεραπείας.

Οι Redefer και Goodman εξέτασαν αν η παρουσία των σκύλων θα μπορούσε να είναι χρήσιμη κατά τη διάρκεια θεραπευτικών συνεδριών με τα παιδιά με διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές. Ο θεραπευτής πραγματοποίησε μια σειρά από συνεδρίες θεραπείας χωρίς την παρουσία και με την παρουσία ενός σκύλου. Όταν ο σκύλος ήταν παρόν τα παιδιά έδειξαν λιγότερες επαναλαμβανόμενες αρνητικές συμπεριφορές και περισσότερες κοινωνικά αποδεκτές συμπεριφορές όπως το να συμμετέχουν πιο ενεργά σε απλά παιχνίδια και το να μιμούνται τις κινήσεις του θεραπευτή. Σύμφωνα με τους Redefer και Goodman, δεν ήταν η απλή παρουσία του σκυλιού που έκανε τη διαφορά, αλλά μάλλον η θεραπευτική ενορχηστρωμένη αλληλεπίδραση παιδιού-σκυλιού και παιδιού-θεραπευτή. Τα είδη των δραστηριοτήτων που τα παιδιά έπρεπε να φέρουν εις πέρας αρχικά ήταν απλά και σταδιακά γινόταν πιο σύνθετα όσο προχωρούσαν οι συνεδρίες. Παράδειγμα δραστηριοτήτων ήταν, μέσα από την μοντελοποίηση και την προφορική ενθάρρυνση του θεραπευτή προς το παιδί, η προσέγγιση και εξερεύνηση του σκύλου μέσω της αφής, του κρατήματος και του χαϊδέματος, ο εντοπισμός των διαφόρων σωματικών μερών, το παιχνίδι και η περιποίηση του ζώου.

Σε έρευνα των Martin και Farnum το 2002 αξιολογήθηκε η εμφάνιση κοινωνικών και μη κοινωνικών μορφών συμπεριφοράς με τη παρουσία ή την απουσία εκπαιδευμένου σκύλου σε 10 παιδιά από 3 έως 13 ετών, τα οποία είχαν διαγνωστεί με διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές. Πιο συγκεκριμένα, χρησιμοποιήθηκε η τακτική των επαναληπτικών μετρήσεων στο ίδιο δείγμα για να αξιολογηθούν οι θετικές κοινωνικές αλληλεπιδράσεις -συμπεριφορές που αντανακλούν την εμπλοκή με το περιβάλλον- και μη κοινωνικές αλληλεπιδράσεις -συμπεριφορές όπως χτύπημα χεριών- κατά τη διάρκεια των τριών συνθηκών: με μια μπάλα, με ένα γεμιστό παιχνίδι σκύλου και με την παρουσία ενός ζωντανού σκύλου θεραπείας. Οι συνεδρίες πραγματοποιούνταν τρεις φορές την εβδομάδα και η διάρκεια τους ήταν 15 λεπτών η καθεμία. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα παιδιά που είχαν εκτεθεί σε ένα πραγματικό σκυλί ήταν πιο συγκεντρωμένα και είχαν καλύτερη επίγνωση του περιβάλλοντός τους -κοιτάζοντας το αντικείμενο, τον θεραπευτή ή συχνότερα τον σκύλο-. Ακόμη, εμφάνιζαν μια πιο παιχνιδιάρικη διάθεση -χαμογελούσαν συχνότερα- στην παρουσία ενός σκύλου θεραπείας. Τέλος, τα παιδιά είχαν επίσης περισσότερες πιθανότητες να μιλήσουν με τον σκύλο ή για το σκύλο, όταν το σκυλί ήταν παρόν.

Η εγγενής προτίμηση των παιδιών και στη συγκεκριμένη περίπτωση των παιδιών με διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές απέναντι στα ζώα διαφαίνεται σε ακόμη μία έρευνα. Πιο συγκεκριμένα σ’ αυτήν την έρευνα τα παιδιά με διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές προτιμούσαν να ζωγραφίζουν εικόνες με ζώα παρά εικόνες που περιείχαν ανθρώπους ή διαπροσωπικές αλληλεπιδράσεις. Οι Prothmann και οι συνεργάτες του σε μια μελέτη του 2009 με 14 παιδιά με ASD έδειξαν ότι όταν δινόταν επιλογή, τα παιδιά έδειχναν προτίμηση να αλληλεπιδράσουν με ένα σκύλο περισσότερο από ένα πρόσωπο ή από υπάρχοντα παιχνίδια.

Εν τέλει, σημαντικό στοιχείο της παρουσίας των ζώων θεραπείας και ειδικότερα του σκύλου στα παιδιά με αυτισμό, είναι η ικανότητα του να λειτουργεί ως διαμεσολαβητής στις σχέσεις του παιδιού με το περιβάλλον του. Αυτός ο δεσμός βοηθά το παιδί να ηρεμήσει.

Παιδιά με κινητική και νοητική αναπηρία

Η ΑΑΤ έχει χρησιμοποιηθεί και σε παιδιά με κινητική αναπηρία. Μάλιστα τα αποτελέσματα τέτοιων προσπαθειών ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά για την ευρύτερη χρήση της ΑΑΤ σε αυτή την πληθυσμιακή ομάδα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα πιλοτικό πρόγραμμα που πραγματοποιήθηκε το Δεκέμβριο 1998 στο νοσοκομείο St. Mary’s Hospital for Children, το οποίο περιελάμβανε τη χρήση ενός σκύλου μια φορά το μήνα μέσα σε μια μικρή ομάδα παιδιών που αντιμετώπιζαν κινητικά προβλήματα., Κατά τη διάρκεια αυτών των συνεδριών κάθε παιδί εργάστηκε στο αναπηρικό καροτσάκι του ξεχωριστά με τον θεραπευτή του και το σκυλί, ή πολλά παιδιά σχημάτισαν ένα κύκλο στον οποίο ο σκύλος αλληλεπίδρασε με όλα παιδιά. Σε ορισμένους ασθενείς με τραυματική εγκεφαλική βλάβη, με έντονη αδυναμία ενός βραχίονα, ο θεραπευτής ζητούσε από το παιδί να χρησιμοποιήσει το χέρι για να αγγίξει, να ταΐσει και χτενίσει το σκυλί. Έτσι τα παιδιά απέκτησαν πολύ ισχυρά κίνητρα για να συμμετέχουν στη θεραπεία, με αποτέλεσμα οι στόχοι να επιτυγχάνονται ευκολότερα.

Μια σημαντική συστηματική μελέτη διεξήχθη από τους Limond, Bradshaw και Cormack, στην οποία συμμετείχαν οκτώ παιδιά με σύνδρομο Down, ηλικίας 7-12 ετών. Στη συγκεκριμένη έρευνα πραγματοποιήθηκαν συνεδρίες 14 λεπτών μέσα στις οποίες εφαρμόστηκαν δύο διαφορετικές πειραματικές συνθήκες. Στην πρώτη πειραματική συνθήκη, συμμετείχε ένας θεραπευτής κι ένα ομοίωμα σκύλου παρόμοιου μεγέθους, χρώματος και υφής με το ζωντανό και άλλα δύο παιχνίδια. Στην δεύτερη πειραματική συνθήκη, όλες οι μεταβλητές διατηρήθηκαν ίδιες πέρα από το γεγονός ότι συμμετείχε ένα πραγματικό σκυλί, ένα αρσενικό, μαύρο Λαμπραντόρ. Σε κάθε συνθήκη, ο θεραπευτής ενθαρρύνει το παιδί να εκτελέσει δραστηριότητες συμπεριλαμβάνοντας το σκύλο -πραγματικό ή ομοίωμα-, αλλά το παιδί είχε την ελευθερία να αλληλοεπιδρά με οποιονδήποτε τρόπο με το σκύλο, τα παιχνίδια, ή τον θεραπευτή. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα παιδιά κατεύθυναν το βλέμμα τους στο πραγματικό σκυλί για μια σημαντικά μεγαλύτερη διάρκεια από ό, τι έκαναν στον θεραπευτή ή στο ομοίωμα σκύλου και τα παιχνίδια ή άλλα αντικείμενα στο δωμάτιο. Επιπλέον, τα παιδιά είχαν μειωμένη ανταπόκριση στον θεραπευτή, στη συνθήκη όπου το σκυλί ήταν ψεύτικο σε σχέση με τον θεραπευτή, στη συνθήκη όπου το σκυλί ήταν πραγματικό.

Ετικέτες:
Κορυφή